ἐΰς

ἐΰς, (v. εὖ),
A good, brave, noble, [dialect] Ep. word freq. in nom.,

ἐῒς πάϊς Ἀγχίσαο Il.2.819

, etc.; once in acc.

ἐΰν 8.303

; neut. always ἠΰ (v. ἠΰς) (εὖ only as Adv.): irreg. gen. sg.

ἐῆος, παιδὸς ἐῆος 1.393

;

υἷος ἐῆος 15.138

, 24.422,550;

ἀνδρὸς ἐῆος 19.342

;

φιλότητι καὶ αἰδοῖ φωτὸς ἐῆος Od.14.505

; always at end of verse (exc. in Od.15.450): freq. with v.l. ἑοῖο, as Il.18.71: irreg. gen. pl. ἐάων good things, good fortune, 24.528;

θεοὶ δωτῆρες ἐάων Od.8.325

; δῶτορ ἐάων ib. 335, h.Hom.18.12, 29.8, cf. Hes.Th.46,111. ((I) ἐῆος: for this form Zenod. read ἑοῖο; but ἐῆος ( = ἀγαθοῦ, Sch.Il.15.138) became, like ἐσθλός (v.

ἐσθλός 1.3

) and φίλος, almost a possess. Pron. of [ per.] 1st, [ per.] 2nd, and [ per.] 3rd pers., and may be retained. Some Gramm. wrongly took εηος to be a form of ἑός ('his') and conversely gave to ἑός ('his') the signf. 'good' (Anon. ap. A.D.Synt.156.1, EM307.33,318.1): hence the erroneous forms ἑῆος, ἑάων (but ἐΰς rightly), Lex. de Spir.pp.194,196, 198, freq. in codd. The reading ἐῆος ([etym.] ἑῆος) is well attested only where a substituted ἑοῖο would have had to mean my or thy: where the reference is to the [ per.] 3rd pers. we find υἷος ἑοῖο, πατρὸς ἑοῖο, παιδὸς ἑοῖο almost without v.l., Il.13.522, al. (v.l. ἑῆος Il.14.9, 18.71, 138). (2) The origin of the forms ἐῆος ἐάων and the variation ἐϋ-: ἠϋ- are obscure: ἐάων perh. had ϝ-, Il.24.528.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εΰς — ἐΰς και ἠΰς, ὁ (ουδ. ἠΰ, τό) (Α) 1. γενναίος, ευγενής (α. «ἐὺς παῑς Ἀγχίσαο» β. «υἱov ἐὺν Πριάμοιο») 2. (γεν. πληθ. ουδ.) ἐάων και ἑάων τών αγαθών, τών δώρων («θεοὶ σωτῆρες ἑάων»). [ΕΤΥΜΟΛ. Επικ. τ., ο οποίος συνδέεται πιθ. με τα χεττ. aššuš… …   Dictionary of Greek

  • ἐύς — ἐΰς , ἐύς good masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ευς — το ονοματικό επίθημα εύς είναι χαρακτηριστικό τής Ελληνικής, εφόσον δεν απαντά σε άλλες ΙΕ γλώσσες και εμφανίζει σημαντική παραγωγική δύναμη (περίπου 500 ονόματα σε ευς). Η ακριβής του προέλευση παραμένει άγνωστη, παρά τις κατά καιρούς… …   Dictionary of Greek

  • ἐάων — ἐύς good gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐῆος — ἐύς good gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠύς — ἐύς good masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεαγγελεύς — θεαγγελεύς, έως, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) αυτός που προκηρύσσει εορτή ή πανήγυρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < θε (βλ. θεο ) + αγγέλλω, κατά τα ονόματα σε εύς (πρβλ. γραφ εύς, ιππ εύς)] …   Dictionary of Greek

  • θηβαιεύς — Θηβαιεύς, ὁ (Α) (ως επίθ. τού Διός) ο Θηβαίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < Θήβαι + κατάλ. εύς, κατά τα γραφ εύς, ιππ εύς] …   Dictionary of Greek

  • θυριδεύς — θυριδεύς, ὁ (Α) επιγρ. το πλαίσιο τής θυρίδας, δηλ. τού παραθύρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < θυρίς, ίδος, υποκορ. τού θύρα + κατάλ. εύς, πρβλ. γραμματ εύς, ιππ εύς] …   Dictionary of Greek

  • καταλαβεύς — καταλαβεύς, ὁ (Α) [καταλαμβάνω] πάσσαλος ή καρφί. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κατα λαβ (καταλάβω) τού καταλαμβάνω με σημ. «στερεώνω, καρφώνω» + εύς (πρβλ. αντι λαβ εύς, περιλαβ εύς)] …   Dictionary of Greek

  • κατρεύς — κατρεύς, έως, ὁ (Α) ινδικό παγώνι, περίφημο για την ομορφιά του. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ. Η κατάλ. εύς απαντά και σε άλλες ονομ. πουλιών (πρβλ. εριθ εύς, χλωρ εύς)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.